Μελέτη της δομής του τείχους από την αρχή μέχρι την ολοκλήρωσή του

Η πολυκύμαντη ιστορία της πόλης των Χανίων από το 1252, έτος εποίκισής της από Βενετούς, μέχρι το 1645, έτος της άλωσής της από τους Τούρκους, επηρέασε και καθόρισε την εξέλιξη και την εκάστοτε μορφή των οχυρώσεών της.
Τους δύο πρώτους αιώνες (13ο-14ο), κύριος αντίπαλος για ένα αστικό κέντρο με έντονη την παρουσία του βενετικού στοιχείου ήταν ο εσωτερικός εχθρός, δηλαδή οι συνεχείς εξεγέρσεις του κρητικού πληθυσμού. Από τον 15ο αιώνα, καθώς επέρχεται η σταδιακή συνδιαλλαγή μεταξύ του βενετικού και του κρητικού στοιχείου και παγιώνεται η ειρήνη, ένα άλλο πρόβλημα αναδεικνύεται ως κύριος παράγων των πολεμικών συγκρούσεων: οι εντεινόμενες πειρατικές επιδρομές, που καθόρισαν τις τύχες όλων των νησιών του Αρχιπελάγους μέχρι τα νεότερα χρόνια. Τέλος, από τις πρώτες δεκαετίες του 16ου αιώνα, μετά από τέσσερις βενετοτουρκικούς πολέμους, ο εχθρός για κάθε βενετική κτήση της Ανατολής είναι πλέον οι Τούρκοι.
Η δεύτερη παράμετρος η οποία, σε συνδυασμό με την ιστορική, διαμόρφωσε διαχρονικά τις οχυρώσεις των Χανίων ήταν η τεχνολογική: δηλαδή, η ανάπτυξη της στρατιωτικής αρχιτεκτονικής και η πρόοδος της αμυντικής τεχνολογίας, παράλληλα με την ταχύτατη, από τις αρχές του 15ου αιώνα, εξέλιξη της πολεμικής τακτικής, που επέφερε η επικράτηση των πυροβόλων όπλων.
Στην πρώτη φάση, οι Βενετοί των Χανίων ορθώνουν εναντίον του εσωτερικού εχθρού το επισκευασμένο κάστρο (Καστέλι) της A' βυζαντινής περιόδου, ένα κλασικό μεσαιωνικό οχυρό με τα τείχη του ενισχυμένα με πύργους. Αργότερα, η ανάγκη να προστατευθεί η πόλη από τους πειρατές αναγκάζει τις αρχές να επιδιώξουν την προσθήκη εξωτερικού αμυντικού δακτυλίου, ο οποίος να περιβάλλει και τα εξώβουργα, τις φτωχές συνοικίες που είχαν σταδιακά αναπτυχθεί έξω από τα τείχη του οχυρού πυρήνα. Τέλος, για την αντιμετώπιση ενός ισχυρού εχθρού όπως οι Τούρκοι απαιτήθηκε η κατασκευή του ισχυρού και εκσυγχρονισμένου οχυρού περιβόλου που σχεδιάστηκε από τον M. Sanmicheli το 1538, σύμφωνα με τα αμυντικά πρότυπα του προμαχωνικού οχυρωτικού συστήματος.
Στον οχυρό πυρήνα, το τείχος του οποίου σώζεται τμηματικά στο λόφο Καστέλι, η άμυνα βασίζεται στους γνωστούς από την αρχαιότητα παράγοντες: τη φυσικά οχυρή και υπερυψωμένη θέση του κάστρου, το ικανό ύψος των τειχών και, κυρίως, στην εναλλαγή των στοιχείων τείχος-πύργος, που εξασφάλιζαν την αμυντική κάλυψη με τα συμβατικά όπλα της εποχής (τόξα, βαλλίστρες). Με πύργους, επίσης, προστατεύονταν και οι πύλες. Για την άμυνα της εισόδου του λιμανιού είχε κατασκευαστεί ο μεμονωμένος ογκώδης κυλινδρικός πύργος, που σώζεται τμηματικά και φέρει χρονολογία 1477, πιθανότατα όμως ανάγεται στο δεύτερο μισό του 13ου αιώνα.
Για τη μορφή των οχυρώσεων της ενδιάμεσης φάσης, οι οποίες περιέβαλλαν και τα εξώβουργα, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία, καθώς πιθανότατα αυτές ενσωματώθηκαν στον μεταγενέστερο περίβολο του Sanmicheli.
Ο οχυρός περίβολος της τελικής φάσης (1538 και εξής), παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά του τυπικού προμαχωνικού οχυρού. Η διάταξή του σε μορφή παραλληλογράμμου δημιουργεί δυο μακρές πλευρές προς το νότο και προς την πλευρά της θάλασσας και δυο μικρότερες ανατολικά και δυτικά. Το χερσαίο τμήμα του, που εκτείνεται σε ομαλό επίπεδο έδαφος, περιβάλλεται από ευρεία προστατευτική τάφρο και εμφανίζει τη συμμετρία που επιδιωκόταν πάντοτε στις οχυρώσεις αυτού του τύπου, με στόχο τις ομοιόμορφες δυνατότητες άμυνας. Όλα τα τείχη είναι ενισχυμένα με επιχωμάτωση.
Στις δύο νότιες γωνίες του περιβόλου, δύο ισχυροί καρδιόσχημοι προμαχώνες διασταυρώνουν τα πυρά τους με τα πυρά από τα πλευρά ενός επίπεδου προμαχώνα, τοποθετημένου στο μέσον του μήκους της νότιας πλευράς και καλύπτουν αμυντικά τα ενδιάμεσα ευθύγραμμα τείχη. Η παρεμβολή της Piatta Forma στην πλευρά αυτή ήταν απαραίτητη λόγω του μεγάλου μήκους της, επειδή μόνο με τη διαίρεσή της σε δύο τμήματα μπορούσε να τηρηθεί η βασική λειτουργική αρχή του προμαχωνικού μετώπου: για να υπάρχει αποτελεσματική άμυνα των προμαχώνων και πλήρης έλεγχος των τειχών και της τάφρου, η απόσταση από τα πλευρά των προμαχώνων μέχρι τις αιχμές των διπλανών τους έπρεπε να είναι μικρότερη από το μέγιστο βεληνεκές του βασικού πυροβόλου όπλου της εποχής, του μοσκέτου (260 μ. περίπου), ακριβώς όπως η απόσταση ανάμεσα στους πύργους των παραδοσιακών κάστρων καθοριζόταν από το βεληνεκές του τόξου.
Πίσω από τους δύο νότιους προμαχώνες δεσπόζουν δύο επιπρομαχώνες, κυκλικοί επιχωματωμένοι πύργοι για πυροβολικό, που μπορούσε να πλήξει με ισχυρά πυρά απομακρυσμένους στόχους και τα χαρακώματα του εχθρού σε περίπτωση πολιορκίας.
Στις δύο βόρειες γωνίες του ορθογωνικού περιβόλου υπάρχουν δύο ημιπρομαχώνες, δηλαδή προμαχώνες με ένα πλευρό, που εξασφαλίζουν τα απαραίτητα πλευρικά πυρά για την άμυνα του δυτικού και του ανατολικού τείχους, ενώ προς την πλευρά της θάλασσας είναι ευθύγραμμοι, επειδή από εδώ ο κίνδυνος εφόδου θεωρείται μικρός.
Οι κύριες πύλες της πόλης, μία κοντά στον βορειοανατολικό ημιπρομαχώνα και μία κοντά στην Piatta Forma, ήσαν τοποθετημένες έτσι ώστε να έχουν επαρκή αμυντική κάλυψη από το πλησιέστερο πλευρό προμαχώνα και βέβαια οι θέσεις τους επηρέασαν σημαντικά τη διάρθρωση του εσωτερικού οικιστικού ιστού.
Η μορφή και η λειτουργία των επάκτιων οχυρώσεων διαφοροποιείται αρκετά από αυτή των χερσαίων και αυτό ισχύει και στην περίπτωση των Χανίων, που είναι μια πόλη-λιμάνι. Για την οχύρωση της εισόδου του λιμανιού κατασκευάστηκε ένα πολυγωνικό
rivellino (λεγόμενο σήμερα φρούριο Φιρκά), με σειρά χαμηλών θολωτών κανονιοθυρίδων για πυρά ακριβώς πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, που είναι τα καταλληλότερα για την αναχαίτιση πλοίων. Στο rivellino αυτό ενσωματώθηκε ο κυλινδρικός πύργος που κάλυπτε παλαιότερα το λιμάνι. Επί πλέον, μια αλυσίδα που εκτεινόταν από αυτόν μέχρι τη βάση του Φάρου απέκλειε το στενό πέρασμα όταν ήταν ανάγκη. Αντίστοιχο, λιγότερο ισχυρό rivellino (στην πραγματικότητα απλό τεθλασμένο τείχος) υπήρχε μπροστά στο βόρειο μέτωπο του βορειοανατολικού ημιπρομαχώνα. Τέλος, μικρή πλατεία πυροβολικού ενίσχυε το τείχος του λιμενοβραχίονα, στο μέσον περίπου του μήκους του.
Ο οχυρός περίβολος του Sanmicheli διατήρησε σχεδόν αναλλοίωτη τη μορφή και τη λειτουργία του σε όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας και μέχρι την αυγή του 20ου αιώνα.